5 Αυγ 2017

Χριστός Σάμον έσωσεν

193 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη Ναυμαχία της Μυκάλης. Στα γεγονότα των ημερών εκείνων, αναφέρεται ο Επαμεινώνδα Σταματιάδης, στα «Σαμιακά».

«...Στις 28 Ιουλίου 1824, μέρα Τρίτη, ο εχθρικός στόλος, αποτελούμενος απ’ τις ναυτικές μοίρες του Βυζαντίου, της Αιγύπτου και της Τυνησίας, κατέπλευσε στη Σάμο, καλύπτοντας όλη τη θαλάσσια περιοχή από τη Χίο ως τη νότια πλευρά του νησιού, προς το Ηραίο, και μοιάζοντας με τεράστια και πολυάνθρωπη πόλη που ταξιδεύει. Το θέαμα του αποτελούμενου από 300 κολοσσιαία σκάφη εχθρικού στόλου ήταν πράγματι φοβερό.
Κι όμως, οι σαμιώτες, με ακμαίο το πατριωτικό τους φρόνημα αληθινοί Έλληνες, αποφάσισαν αν υπερασπιστούν το πάτριο έδαφος, πολεμώντας μέχρι εσχάτως. Έτσι οι γυναίκες, οι γέροι και τα παιδιά, ανέβηκαν για ασφάλεια στο ψηλό και απόκρημνο Κέρκη, ενώ οι ικανοί για πόλεμο κατέβηκαν στα παραθαλάσσια, περιμένοντας την απόβαση του εχθρού. 

Ο ενθουσιασμός των σαμιωτών ήταν βέβαια μεγάλος, αλλά το ίδιο μεγάλη ήταν κι η αγωνία τους, καθώς αναμετρούσαν τις ασθενικές δυνάμεις τους με κείνες τις τεράστιες του εχθρού και καθώς έβλεπαν ότι η μόνη διέξοδος που υπήρχε γι’ αυτούς ήταν ο έντιμος θάνατος. Ωστόσο οι τούρκοι αφού πλησίασαν στην έναντι της Μυκάλης ανατολική ακτή της Σάμου, άρχισαν να πυροβολούν τους οχυρωμένους στην παραλία σαμιώτες. Οι τελευταίοι ανταπόδωσαν τα πυρά κι απ’ το αδιάκοπο αυτό σφυροκόπημα και το αμοιβαίο τουφεκίδι σειόντανε θαρρείς το νησί, χαμένο μεσ’ στους καπνούς. Φόβος, κλαυθμός και οδυρμός είχε καταλάβει πάνω στα βουνά τα γυναικόπαιδα και της απελπισίας οι γοερές κραυγές τους σκίζανε τον αέρα.

Στο αναμεταξύ ο Χοσέφ πασάς, διέταξε απόβαση στην παραλία του Καρλοβάσου. Πολλές βάρκες γεμάτες στρατό άρχισαν τότε να πλησιάζουν. Οι σαμιώτες όμως από τη στεριά, με επικεφαλής το χιλίαρχο Μανόλη Αγγελινίδη, τους υποδέχονταν με τέτοιο φονικό και εύστοχο πυρ, ώστε οι Τούρκοι αναγκάζονταν να γυρίσουν στα πλοία τους με μεγάλες απώλειες. Αλλά και στη θάλασσα το πλοίο του καπετάν – Σταμάτη «Αχιλλεύς», που ναυπηγήθηκε στο Μαραθόκαμπο, εξοπλισμένο με 20 κανόνια, αμύνονταν γενναία και έτρεψε σε φυγή μια εχθρική φρεγάτα, που της επιτέθηκε έξω από το Καρλόβασι, Μένεα πνέοντας ο ναύαρχος για την αποτυχία, διέταξε νέα απόβαση στο ακρωτήρι Κότσικα, έξω από το Βαθύ. Αλλά κι εκεί ο χιλίαρχος Κωνσταντίνος Λαχανάς, που φύλαγε τη θέση με τους  άντρες του, απέκρουσε τους εχθρούς και τους υποχρέωσε με μεγάλες απώλειες να γυρίσουν τα ταπεινωμένοι στα πλοία τους. Ενώ οι σαμιώτες μάχονταν με σθένος στα παράλια, κάποιος που κατηφόριζε το Κέρκη είδε κατά το Καλαμπάκτασι κόσμο πολύ να ανεβαίνει το βουνό κρατώντας τις άγιες εικόνες και κάνοντας λιτανεία. Νομίζοντας πως πρόκειται για Τούρκους που αποβιβάστηκαν στο νησί, έτρεξε κι ειδοποίησε αυτούς που βρίσκονταν στον Κέρκη, ότι οι τούρκοι έκαναν απόβαση στο μέρος εκείνο. Μόλις άκουσαν έτσι, φόβος και τρόμος έπιασε τις γυναίκες και τα παιδιά, που άρχισαν να τρέχουν δώθε-κείθε, αναζητώντας ασφαλέστερο καταφύγιο σε σπηλιές και τρύπες. Ευτυχώς μαθεύτηκε γρήγορα περί τίνος πρόκειται κι οι απελπισμένοι ξαναβρήκαν το προηγούμενο θάρρος τους.

Λυσσασμένος ο Χοσρέφ πασάς για τις επανειλημμένες αποτυχίες του, διέταξε 28 μεγάλες βάρκες φορτωμένες στρατό να επιχειρήσουν νέα απόβαση κατά του Καρλοβάσου. Οι αμυνόμενοι από τη στεργιά αποκρούσανε και πάλι αποφασιστικά τους εχθρούς  και τους ανάγκασαν να επιστρέψουν στα πλοία τους, αφού σκοτώθηκαν σχεδόν οι μισοί. Τότε ο Τούρκος ναύαρχος παίρνοντας τα κατάλληλα μέτρα διέταξε 40 μεγάλες βάρκες γεμάτες στρατιώτες να ξαναεπιτεθούν. Με θάρρος υποδέχτηκαν και πάλι οι σαμιώτες τους επιτιθέμενους κι εξακολουθούσε έτσι να μαίνεται ανάμεσα σε αυτούς και τους Τούρκους μάχη πολύνεκρη, πολύμοχθη και πολυστέναχτη , όταν ξαφνικά στις 29 Ιουλίου, έφτασε μπροστά στη Σάμο η υπό τον αντιναύαρχο Γεώργιο Σαχτούρη ναυτικοί μοίρα, που είχε αναχωρήσει από την Ύδρα δυο μέρες πριν. Η δύναμη της μοίρας ήταν 20 πολεμικά σκάφη και 4 πυρπολικά. Η εμφάνισή τους χαροποίησε τόσο πολύ τους σαμιώτες, που μη λογαριάζοντας πια τον εχθρό, έδειχναν σα να τον προκαλούν. 

Αλλά, ο Τούρκος ναύαρχος, θορυβόμενος απ’ την τροπή που έπαιρναν τώρα τα πράγματα έδωσε διαταγή ν' απομακρυνθεί ο στόλος του από τη Σάμο, εγκαταλείποντας στο έλεος του Αλλάχ τις 40 αποβατικές βάρκες του. Βρήκαν τότε ευκαιρία οι Έλληνες και επιτεθήκανε εναντίον τους, με αποτέλεσμα να βουλιάξουν δυο απ’ αυτές, άλλες δυο να αιχμαλωτίσουν και τις υπόλοιπες να τις αναγκάσουν με γρήγορη κωπηλασία να καταφύγουν στη μικρασιατική παραλία.

Στις 31 Ιουλίου τα ελληνικά καράβια αγκυροβόλησαν στον μεταξύ Σάμου και Μικρασία επταστάδιο πορθμό, ενώ τα εχθρικά συγκεντρώθηκαν πίσω απ’ το ακρωτήριο της Αγίας Μαρίνας,, έτοιμα να παραλάβουν τους εκεί πολυάριθμους Τούρκους, και να τους αποβιβάσουν στη Σάμο. Τότε ακριβώς συνέβηκε κάποιο παράδοξο γεγονός, όχι βέβαια αντίθετο στους φυσικούς νόμους, μα που είχε μεγάλο ψυχικό αντίκτυπο τόσο στους άντρες του ελληνικού στόλου, όσο και στους σαμιώτες. Σε μια τοποθεσία της ανατολικής πλευράς της Σάμου, με την ονομασία Γλυφάδα, αναβρύζει νερό ανέκαθεν αλμυρό και κατάλληλο για πόση. Όταν όμως την 1η Αυγούστου βγήκαν οι Έλληνες έξω για ύδρευση, το άποτο εκείνο νερό βρέθηκε ξαφνικά γλυκό και ποσιμώτατο και διατηρήθηκε τέτοιο έως τις 6 Αυγούστου, οπότε ξαναπήρε τη συνηθισμένη πικρή και αλμυρή γεύση του. Πως έγινε αυτό; Ξέρουμε από τη Φυσική, ότι καμιά φορά συμβαίνει από την ίδια πηγή ν’ αναβρύζουν δύο φλέβες νερού, μια γλυκειά και μια αρμυρή και το νερό να παίρνει τη γεύση του απ’ την πλουσιότερη φλέβα. Αν δηλαδή η αρμυρή φλέβα είναι πιο πλούσια, το νερό γίνεται υφάλμυρο, ενώ στην αντίθετη περίπτωση παραμένει πόσιμο. Φαίνεται ότι εκείνες τις ημέρες στη Γλυφάδα εξαντλήθηκε ή κατά κάποιο τρόπο εξασθένησε η φλέβα του αλμυρού νερού κι υπερίσχυσε η άλλη, οπότε το νερό έγινε πόσιμο, ως τη στιγμή που η αρμυρή φλέβα, αποχτώντας ξανά την προηγούμενη αφθονία της, έδωσε πάλι σ’ ολόκληρη την ποσότητα του νερού την υφάλμυρη γεύση της. Ναι, αλλά τότε οι άνθρωποι το φυσικό αυτό φαινόμενο το θεωρήσανε θαύμα, επουράνιο και σημάδι φανερό πως έχουν το Θεό με το μέρος τους. Έτσι λοιπόν έγιναν πιο θαρραλέοι και πιο μαχητικοί.

Αυτή ήταν η κατάσταση, όταν 18 τούρκικα πλοία σηκώσανε τις άγκυρες κι άρχισαν να βαράνε τα ελληνικά. Μόλις όμως είδαν δυο πυρπολικά να προχωρούν καταπάνω τους έκαναν μεταβολή και φύγανε, ενώ πίσω τους τα κανόνια της Σάμου έριχναν στο ψητό. Στο μεταξύ φτάσανε από την Τήνο άλλα 10 ελληνικά καράβια, τα οποία συναντώντας κατά τύχη καμιά πενηνταριά πλοιάρια που μεταφέρανε απ’ την Κολοφώνα αποβατικό στρατό για τη Σάμο, αλλά απ’  αυτά βυθίσανε, αλλά αιχμαλωτίσανε κι άλλα υποχρεώσανε να καταφύγουν στον Άγιο Μηνά, ένα νησάκι στους Κορσέους. Στο μέρος αυτό ήταν αραγμένο ένα εχθρό πλοίο, πράγμα που μόλις το μάθανε ο Γιάννης Δεληγιάννης κι ο Δημήτρης Στάσσας πήραν μαζί τους κάπου 50 σαμιώτες και βγαίνοντας νύχτα στο νησάκι κατάφεραν να κυριέψουν το πλοίο, 43 εχθρούς που πρόβαλαν αντίσταση τους κατασφάξανε και τους υπόλοιπους αιχμαλωτίζοντας τους, τους μεταφέρανε στη Σάμο και τους εκτελέσανε στη θέση Πούντες, ενώ τα άλλα μικρότερα πλοιάρια κατάφεραν μέσα στην αναμπουμπούλα και στο σκοτάδι, να το σκάσουν και να διασωθούν στα κοντινά νησάκια.

Η αποτυχημένη επίθεση ενάντια στα ελληνικά πλοία επαναλήφθηκε και την επομένη. Αλλά τόσο στη στεργιά όσο και στη θάλασσα οι τούρκοι έσπασαν τα μούτρα τους κι αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν. Στις 4 Αυγούστου, αφού ενώθηκαν με τον ελληνικό στόλο, τα υπό τον αντιναύαρχο Α. Κυριακό σπετσιώτικα πλοία και τα υπό το ναύαρχο Νικόλα Αποστόλη ψαριανά, συγκροτήθηκε ναυμαχία, κατά την οποία οι Έλληνες αναδείχτηκαν υπέροχοι μαχητές.

Μαζί με τα ελληνικά καράβια συνναυμαχούσε και μια σαμιώτικη γαλιότα με καπετάνιο τον Ασλάνη Σαντορινιό και με άριστο πυροβολάρχη το Γιάνη Παράσχο. Ο τελευταίος λοιπόν αυτός, γεμίζοντας τα κανόνια με καρφιά, σιδερένια ελάσματα και άλλα παρεμφερή υλικά, έκανε τέτοια θραύση με τα κανόνια του, ώστε  με μια μονάχα βολή σκότωσε 9 ναύτες ενός τυνησιακού πάρωνα ( μπρικιού), που αργότερα πυρπολήθηκε. Στις 6 Αυγούστου, τέλος, μέρα Τρίτη, ο Χοσέφ Πασάς, επιδιώκοντας κάποιο θετικό αποτέλεσμα και καθώς ο άνεμος του ήταν ευνοϊκός, έδωσε το πρόσταγμα της γενικής, κατά του ελληνικού στόλου και της Σάμου επίθεσης. Αντιβούιξε στα βουνά, ο φοβερός κρότος των κανονιών και θαρρούσε κανείς πως οι δαίμονες της κόλασης είχαν ξεσηκωθεί μανιασμένοι για να καταστρέψουν το σύμπαν. Οι Έλληνες, λίγοι τον αριθμό, αλλ’ απαράμιλλοι στο σθένος και την παλικαριά, έδειξαν αξιοθαύμαστη ψυχραιμία. Μη ξεχνώντας πως στο ίδιο αυτό μέρος της Μυκάλης οι αρχαίοι προγονοί τους θριάμβεψαν πολεμώντας στου Πέρσες, διπλασίαζαν την τόλμη και την ορμή τους. Την ώρα της συμπλοκής το πυρπολικό του υδραίου Δημήτρη Τσάπελη προσκολλήθηκε πάνω σε μια φρεγάτα με 30 κανόνια. Αλλά ο άνεμος ήταν αντίθετος και το τούρκικο πλοίο κατάφερε να ξεφύγει ενώ το πυρπολικό κάηκε. Τότε ο ατρόμητος Κανάρης, αψηφώντας τον κίνδυνο πλησιάζει με το μπουρλότο του και πετυχαίνει να μεταδώσει τη φωτιά στην παραπάνω φρεγάτα, που στη στιγμή άρχισε να καίγεται σα λαμπάδα, φωτίζοντας ως πέρα το πέλαγος. Όταν μάλιστα η φωτιά έφτασε στην μπαρουταποθήκη του πλοίου, λάμψη εκτυφλωτική καταύγασε τον ορίζοντα και βροντή ακούστηκε τρομαχτική και σείστηκε η Μυκάλη συθέμελα κι έντρομοι οι περίοικοι είδαν να εκσφενδονίζονται  στον αέρα σιδερένια δοκάρια και ξύλα και αντένες και χάλκινα κανόνια και πάνω από 700 ανθρώπινα κορμιά ανάκατα με τα συντρίμμια. Όλα αυτά πέσανε στο στρατόπεδο των εχθρών, που είχαν κατασκηνώσει στην ασιατική παραλία κι άλλους σκότωσαν, άλλους τραυμάτισαν κι άλλους αναγκάσαν να το βάλουν στα πόδια. Είκοσι επίσης πλοιάρια που κουβαλούσαν αποβατικό στρατό, καθώς έπεσαν πάνω τους ξύλα και σιδερικά, αναποδογυρίστηκαν και βούλιαξαν. Απ’ το πλήρωμα του πυρπολικού του Κανάρη, σκοτώθηκαν δύο, ο Γιάννης Μαυρογιάννης κι ο Γιώργος Τσαμπραλής, που κηδεύτηκαν με μεγάλες τιμές και θάφτηκαν έξω από το εκκλησάκι του αΑγίου Νικολάου, κοντά στο Ηραίον.


Κατά ώρα 9 της ίδιας μέρας, ο Υδραίος Γεώργος Βατικιώτης όρμησε με το πυρπολικό του, που ένας απ το πλήρωμα του ήταν κι ο μαραθοκαμπίτης Κώστας Κοντραφούρης, ενάντια σ’ ένα τυνησιακό μπρίκι με 20 κανόνια και τόκαμε πυροτέχνημα, ενώ ο κυβερνήτης του αφού αγωνίστηκε ηρωικά, πιάστηκε στο τέλος αιχμάλωτος από μια σπετσιώτικη βάρκα και αποκεφαλίστηκε. Ώρα 11 επίσης ο σπετσιώτικης Λέκας Ματρόζος όρμησε και κόλλησε το πυρπολικό του πάνω σε μια Τριπολιτσιώτισσα φρεγάτα και την έκαψε. Ταυτόχρονα σχεδόν ο υδραίος Αναστάσιος Ρομπότσης κόλλησε το πυρπολικό του σε μια άλλη φρεγάτα χωρίς όμως επιτυχία, γιατί ο άνεμος δεν ήταν ευνοϊκός κι οι προσπάθειες του εχθρού να σβήσουν τη φωτιά τελικά απέδωσαν. Αλλά κι οι σαμιώτες προσβάλλοντας απ τη στεργιά τους τούρκους, που μετά το κάψιμο της φρεγάτας, πέσανε από διάφορα πλοία στη θάλασσα για να σωθούν, πολλούς αιχμαλωτίσανε και πολλούς σκοτώσανε.

Έτσι λοιπόν ο εχθρός αφού έπαθε ανυπολόγιστες ζημιές, αναγκάστηκε ν’ αποπλεύσει καταντροπιασμένος στην Κω. Μετά την αποχώρησή του πολλοί σαμιώτες περάσανε απέναντι στη Μυκάλη, όπου βρήκαν εγκαταλειμμένα κανόνια, πολεμοφόδια και σκεύη κάθε λογής, τα οποία μεταφέρανε στη Σάμο γεμάτοι χαρά. Συνάμα εις ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον παντοδύναμο και για αιώνια θύμηση της μέρας εκείνης οι Σαμιώτες χάραξαν αργότερα πάνω σε μια μαρμάρινη πλάκα τις λέξεις:

 ΧΡΙΣΤΟΣ
ΣΑΜΟΝ ΕΣΩΣΕΝ
ΣΤ’ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΑΩΚΔ





Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΓΡΑΨΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ ΣΤΑ ALERTS ΤΟΥ ΣΑΜΙΑΚΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ

Δώστε μας ένα Email σας για να μαθαίνετε πρώτοι τι συμβαίνει

* indicates required