19 Απρ 2017

Πανηγυρίζει η Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής

Με κάθε επισημότητα αναμένεται να εορταστεί και τη φετινή χρονιά η εορτή της Ζωοδόχου Πηγής.

Την Παρασκευή, από τις 07.00 έως τις 10.30 θα τελεστεί πανηγυρική Θεία Λειτουργία στην Ιερά  Μονή της Ζωοδόχου Πηγής, χοροστατούντος του μητροπολίτη Σάμου, κ.κ. Ευσεβίου και θα ακολουθήσει η λιτάνευση της Ιεράς εικόνας.



Το μοναστήρι

Η ιστορική Πηγή της Ζωοδόχου Πηγής, καλείται και αλλιώς «Αηλιώτισσα» ιδρύθηκε το 1756 από τον ιερομόναχο Δωρόθεο που επιθυμούσε μια ήσυχη και ειρηνική ζωή. Ζήτησε από τον αρχιεπίσκοπο Σάμου Καλλίνικον να του παραχωρήσει το μικρό εκκλησίδιον της Ζωοδόχου Πηγής, ο οποίος και δέχτηκε. Μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα o Δωρόθεος ανέγειρε κελιά και προσέλκυσε και άλλους μοναχούς. Το 1782 οι μοναχοί κατόρθωσαν  να ανακαινίσουν το Ναό, όπως μαρτυρεί και η επιγραφή πάνω από την πύλη, «1782 Μαΐου 18».

Ο Ναός είναι βυζαντινού ρυθμού και ο τρούλος του στηρίζεται σε τέσσερις κίονες, τους οποίους μετέφεραν από τον αρχαίο ναό της Μιλήτου της Μικράς Ασίας.

Πάνω από την πόρτα της εξωτερικής πόρτας σώζεται μαρμάρινη εικόνα της Ζωοδόχου Πηγής με την επιγραφή «Η ζωοδόχος πηγή 1833». Εντός των τοίχων της βορείου πλευράς του προαυλίου είναι εντοιχισμένα μαρμάρινος δικέφαλος αετός και τεμάχια αγαλματίων. Πάνω από την ανατολική εξωτερική πύλη της Μονής σώζεται πολεμίστρα, απ’ όπου οι μοναχoί εν ώρα κινδύνου έριπταν ζεστό λάδι στους ληστές που θέλαν να προσβάλλουν τη Μονή. Σε αυτήν τη θέση υπάρχει και το παρεκκλήσιον της Αγίας Άννας. Ανατολικά της Μονής σε απόσταση περίπου 200 μέτρων διακρίνονται ίχνη θεμελίων οικήματος στο οποία διέμεναν ασθενείς που έπασχαν από λέπρα.


Το πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής

Ονομαστό ήταν το πανηγύρι της Ζωοδόχου Πηγής επί της Ηγουμενίας του Χαρίτων Μακρή, που διετέλεσε ηγούμενος της Μονής από το 1934 και το οποίο περιέγραψε στον «Απόπλου» η Θάλεια Ζαϊμη.

«Μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω αυτόν τον τόπο στην πιο λαμπρή άνθισή του, κάτω απ’ την άμετρη φροντίδα του Ηγούμενού του, Χαρίτωνα. Ο ερχομός του ήταν καθοριστικός για το μοναστήρι. Η φήμη του στηρίζεται σταθερά πάνω σ’ αυτά που επιτέλεσε με τις δικές του προσπάθειες. Είχαν να λένε στα γύρω χωριά για τη λάμψη που έδωσε στο μοναστήρι η παρουσία του. Μνημονεύονταν ως θρύλος ότι έβαζε ολόκληρη την ψυχή του σ’ αυτήν την υπόθεση. Έζησε και πέθανε σε βαθιά γεράματα, ανεβάζοντας τη φήμη του μοναστηριού. Είχε έλθει στη Ζωοδόχο Πηγή καλογεράκι με ξανθά ολόσγουρα μαλλιά. Μέχρι τα τελευταία του έκανε σχέδια. Ο Ηγούμενος διηγείται ιστορίες, που μονάχα στα όνειρά σου μπορούσες να είχες δει. Όμως είχε και μια φυσική περιέργεια για ένα πλήθος ζητήματα που τον βοηθούσε να συζητά με τους συμπολίτες του για κάθε είδους θέμα της τρεχούμενης ζωής. Μια τέτοια κλίση του έδινε τη δυνατότητα να έρχεται σε επαφή και να δένει έτσι δεσμούς με τον κόσμο έξω από το μοναστήρι. Κοντολογίς ήταν ένας «κοσμικός» μοναχός. Έτσι το μοναστήρι, αντί να μείνει νεκρό και στατικό, εξελίσσονταν σταθερά και βιώσιμα.

H γιορτή της χάρης της καθιερώθηκε κάθε χρόνο την πιο όμορφη ώρα του χρόνου μέσα στο κορύφωμα της άνοιξης, που απλώνει τη λαμπεράδα της στα πόδια του θαμπωμένου βουνού. Τη μέρα εκείνη, καθώς η φύση οργιάζει από τα χρώματα και μοσχοβολά ο τόπος θυμάρι κι αγριομέντα, μυρμήγκια ο κόσμος φτάνει σε μικρές ομάδες από τα χωριά και τις γύρω περιοχές, Βαθύ, Άνω Βαθύ, Παλαιόκαστρο. Ανεβαίνουν το καλντερίμι για το μοναστήρι, ένα δρόμο μιας άλλης εποχής, μιας εποχής που έφυγε. Τώρα βέβαια ανοίχτηκε πάνω στο βράχο δρόμος αμαξιτός. Ένα έργο τεράστιο. Μα αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Τότε όμως που μιλάμε δεν ήταν τίποτα ακόμα απ’ αυτά.

Θυμάμαι την ανακούφιση που νιώθαμε πάντα όταν φτάναμε στην Αμπάρα, μια γάργαρη πηγή απ’ όπου περνάει το μονοπάτι που πάει για το μοναστήρι. Κι ήταν σημάδι πως κοντοζυγώναμε. Σκύβαμε στην πηγή απ’ όπου έσταζε εξαίσιο το κρύο νερό να ξεδιψάσουμε. Και ξαποσταίναμε. Από γενιά σε γενιά οι στάλες το νερό πέφτουν κι ο κόσμος, πολύβουο μελισσολόι, ακολουθεί τα σημάδια των προγόνων του. 

Απ΄ τη βαθειά αυγή το σήμαντρο στο μοναστήρι αχολογά και προσκαλεί τα γύρω χωριά να συναχτούν. Απανωτά ανθρωποκύματα που καβαλούν το ένα το άλλο. Ζυγώνοντας ακούγονται τα δοξαστικά που ψέλναν οι καλόγριες. Μυρτοστόλιστα τα βημόθυρα. Και καθώς απόλυσε η εκκλησιά, ο Ηγούμενος φιλήθηκε σταυρωτά και φίλευε τον κόσμο.

Έξω από το δάσος, που βγαίνει απ’ την πίσω αυλή, τσικνιστά αρνιά ψήνονταν στις σούβλες κι οι καλόγεροι να συνδαυλίζουν την αναμμένη θράκα κι η  κνίσα ανεβαίνει στα ουράνια. Ο ηγούμενος κερνάει τους πανηγυριώτες. Κοψίδια και ρετσίνα κάνουν το γύρο.

Στην απλωσιά γινόταν ένα θαύμα. Ανάμεσα στα πεύκα, στα μικρά ξέφωτα και στα μονοπάτια που μοσχοβολούν φλασκούνι και σχίνα, ένα βουερό ανθρωποπέλαγο άλλαζε με τα πολύχρωμα ρούχα τους τα πράσινα μονοπάτια σ’ ανθοστόλιστες πλαγιές. Χάμω στα πευκοτσίγγανα είχαν στρωμένα πολύχρωμα πλουμιστά στρωσίδια. Κάθονταν εκεί, πρόσωπα πασίχαρα σαν και να τους ανάδυσε ο δρυμός απ’ τα βαθιά του σπλάχνα και ξεφύτρωναν εκείνη τη στιγμή. Φορούσαν πολύχρωμα γιορταστικά, ανοιξιάτικα φορέματα. Στα κεφάλια μαντήλια κι άσπρους μαρχαμάδες. Έπιναν κρασί από μεγάλα παγούρια. Χόρευαν, τραγουδούσαν και γλεντούσαν. Χωρίς όργανα. Όχι σε καφενεία και πλατείες, μα μέσα στο δάσος. Καθώς τους πλαισίωναν τα φουντωτά πευκαρούνια που ροδάμιζαν δεξιά-ζερβά και τους περίχυνε με πράσινο φως ο απριλιάτικος ήλιος, που διαχέεται φωτεινή κρισάρα, απ’ τις πευκοβελόνες ήταν ένα έξοχο θέαμα. Έφτανε να τους κοιτάς, για ν’ ανασκιρτά από κέφι η καρδιά σου. Ήθελες ν ’ανακατωθείς μαζί τους, να χορέψεις, να πιείς και να φας.

Εκείνο το φανταστικό πανηγύρι τη μέρα της γιορτής του μοναστηριού ήταν το αγνότερο ρωμέικο ξεφάντωμα που έμοιαζε με διονυσιακή γιορτή, καθώς το χριστιανικό πανηγύρι πλέκεται με το πιο καθαρό παγανιστικό πνεύμα.

Απ’ τα δέντρα κρέμονταν κούνιες. Κάθε κλωνάρι πεύκου και μια κούνια. Αν βλέπατε αυτό το θέαμα! Οι κούνιες χυμούν δειλά στην αρχή κι ύστερα όσο πάει πιο δυνατά. Κι έβλεπες να σηκώνονται στον αέρα, νόμιζες ότι έβγαζαν φτερά οι κούνιες κι ελαφροπετούσαν, ψήλωναν κι ακομπούσαν στις κορφές των πεύκων. Κι ανέμιζαν φλάμπουρα τα κορμιά. Και κορίτσια όμορφα να πετούν τ’αψηλού και παντού, όπου γυρνούσες τα μάτια, κάθε πεύκο και κούνια. Τραγουδούσαν. Οι φωνές γέμιζαν το δάσος. Έπαιρνε τους ήχους το βουνό και τους αντιλαλούσε. Τι θαύμα!

Ίσως θα νομίσετε πως με συνεπήρε η θύμηση και υπερβάλλω. Και όμως όχι. Όλα ήταν ακριβώς έτσι. Μακριά από μένα η διάθεση να πλουμίσω και να κάνω όπως λένε φιλολογία. Όχι. Με το χέρι στην καρδιά που ακόμα σκιρτά από κείνη τη θύμηση θέλω να ψιλολογήσω αυτήν την εντύπωση στα καθέκαστα της. Για να μη χαθεί στο πέρασμα του χρόνου. Για να διασωθούν στοιχεία και μορφές που συνθέτουν μια ομορφιά στις πιο καλές της στιγμές. Στο περιβάλλον ενός χώρου μαγικού, τη Ζωοδόχο Πηγή».



* Βιβλιογραφία: Απόπλους, τεύχος 5ο, Άνοιξη καλοκαίρι 1991, σσ 35-38, 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΓΡΑΨΟΥ ΚΑΙ ΕΣΥ ΣΤΑ ALERTS ΤΟΥ ΣΑΜΙΑΚΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ

Δώστε μας ένα Email σας για να μαθαίνετε πρώτοι τι συμβαίνει

* indicates required